Wednesday, 20 March 2013

Pornography

   It was after midnight. I was walking around the city without any destination. I stopped by a bar. I went inside. I started looking around. I focused my eyes on a man with dark hair, dark eyes and long fingers- beautiful hands. I moved towards him. I grabbed his shoulder tightly so as to make him turn around and see me. He looked at me amazed. I looked at him indiscreetly. I felt I had no limits. All the shame had gone. I kissed him. Without any sense of guilt or remorse. Without thinking. My brains had been paused.  I owned him. If I wanted to devour him, I could. If I wanted to chew him up, I would. If I wanted to warm him up, I would. I felt I could eat him any way I wanted to. I had the power. The minute I felt I had this power, I turned around and I left. My experiment was over.

Monday, 28 January 2013

Μάρμαρο.


 Κοίταξε το σώμα του μαρμάρινου θεού. Λευκό, στιλπνό και σφριγηλό. Η πλάτη με τους μυς πολλά υποσχόμενη. Για να σηκώνει βάρη, να σε σηκώνει και να σε πετάει ψηλά στον αέρα. Κι εσύ να πετάς αψηφώντας για λίγο τη βαρύτητα και μετά να πέφτεις και πάλι προς τη γη. Όπως σ’ εκείνα τα όνειρα που έβλεπες μικρή. Που έπεφτες από τις σκάλες στο κενό. Μια πτώση διαρκής με ένα τέλος αβέβαιο. Φυσικά και πάντα έβγαινες αλώβητη από τη φοβέρα. Μα πώς από το σώμα του μαρμάρινου θεού της ήρθαν στο μυαλό οι πτώσεις; Το σώμα το ακίνητο την έκανε να φοβάται. Χωρίς την παραμικρή νύξη για κίνηση ήταν αδύνατο να προβλέψει τι θα επακολουθούσε. Από μια ανίκητη ανάγκη για πρόβλεψη, νόμισε τώρα πως το άγαλμα άρχισε να κινείται. Να αλλάζει έκφραση. Τα χέρια του σα να΄θελαν να τεντωθούν. Ο λαιμός σα να΄θελε να σπάσει. Θεέ μου, πώς ζωντάνευε έτσι το υλικό. «Εγώ το ζωντανεύω;», είπε και έκλεισε τα μάτια της από το αποτρόπαιο θέαμα. «Εγώ σε θαύματα δεν πίστεψα ποτέ, δε θα πιστέψω τώρα», είπε και άνοιξε τα μάτια της. Τώρα μπροστά της έβλεπε απλώς μια λαξευμένη πέτρα. Με ανακούφιση λοιπόν, και με τη δέουσα κυνικότητα, πλησίασε το σώμα το ανδρικό και του’πε: «Νόμιζες πως θα με ξεγελάσεις». Του γύρισε έπειτα την πλάτη της και έκανε να φύγει. Μα ένιωσε άσχημα για την κατάντια της. Πώς τον αψήφησε έτσι; Πώς του έκοψε έτσι τη φορά για ζωή; Μετανιωμένη στράφηκε προς το μέρος του ξανά κι έτρεξε να τον αγκαλιάσει. Τώρα τον φίλαγε παντού, στο μέτωπο, στα χέρια, στο στήθος και στο στόμα. Και έτσι ξάφνου άκουσε τον χτύπο της καρδιά του.

Friday, 23 November 2012

Παραμύθι


Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα μικρό κορίτσι. Μια μοναχοκόρη. Ζούσε με μια παράξενη οικογένεια. Μια οικογένεια που έλεγε συνέχεια ψέματα.
“Μαμά πώς γεννιούνται τα παιδιά;”
“Τα παιδιά κορούλα μου φυτρώνουν ανάμεσα στα λάχανα.”
“Μπαμπούλη μου, χτύπησες; Βλέπω να τρέχει λίγο αίμα από το δάχτυλο σου.”
“Μη λες βλακείες κοριτσάκι μου! Αυτό δεν είναι αίμα, είναι κερασόζουμο!”
Και το κοριτσάκι, που δεν ήταν μαθημένο αλλά δεν ήταν και χαζό, έκανε βόλτες μόνο του προσπαθώντας να μάθει την αλήθεια. Μιαν αλήθεια που να ‘ρχεται από τη ζωή. Περπατούσε ώρες πολλές στο δάσος που περιτριγύριζε το σπίτι της. Περπατούσε και στην ακροθαλασσιά τα καλοκαίρια εκεί που παραθέριζαν. Κι έτσι πάσχιζε για μια επαφή με τον έξω κόσμο.

Τα χρόνια πέρασαν, το κορίτσι έγινε κοπέλα και πλέον είχε φτάσει η ώρα για να φύγει από το σπίτι της.
Βρισκόταν στο κατώφλι του σπιτιού της με τη βαλίτσα στο χέρι. Οι γονείς της ήταν δίπλα της με τα μάτια τους γεμάτα δάκρυα.
Η κοπέλα τους κοίταξε και ένιωσε να τους αγαπά από απόσταση. Από απόσταση γιατί δεν την ήξεραν. Οι γονείς της δεν ήξεραν ποιά ήταν. Αλλά και πάλι, ούτε κι εκείνη ήξερε καλά-καλά.
Είχε όμως πάρει μιαν απόφαση και ένιωθε σιγουριά. Ήθελε να φύγει. Φυσικά και φοβόταν- και ποιός δε φοβάται άλλωστε;
Το βλέμμα της μητέρας της θα το αναζητούσε πάντα. Τα χέρια του πατέρα της θα τα θυμόταν πάντα.
Προς το παρόν όμως αποφάσισε να ξεχάσει. Προς το παρόν.
Θα έφευγε και θα ξανεγεννιότανε.

Τα χρόνια πέρασαν και πάλι, και η κοπέλα έγινε γυναίκα. Είχε κάνει κι έναν γιο με έναν άντρα που αγαπούσε πολύ.
Μια μέρα, έτσι όπως χάιδευε στοργικά την πλάτη του παιδιού της, θυμήθηκε.
Θυμήθηκε το βλέμμα της μάνας της και τα χέρια του πατέρα της. Και πήρε μιαν απόφαση με μεγάλη σιγουριά.

Έπειτα από ένα μακρύ ταξίδι, η γυναίκα επέστρεψε στον τόπο που γεννήθηκε. Είδε το δάσος όπου έκανε βόλτες μικρή. Περπάτησε μέσα του και τα κάποτε μεγάλα δέντρα τώρα της φαίνονταν μικρά. Είδε μέσα στο ξέφωτο να ξεπροβάλει το σπίτι της. Πλησίασε και χτύπησε την πόρτα.

Της άνοιξαν κι οι δυο γονείς της. Στέκονταν δίπλα της με δάκρυα στα μάτια σαν τότε που έφευγε. Είπε στον εαυτό της: “Μα όσα λάθη κι αν έκαναν, με άφησαν να φύγω.”
Και τότε ένιωσε να τους αγαπά. Από κοντά αυτήν τη φορά.

Thursday, 20 September 2012

The blanket


I return covered in feathers like an exotic bird. I can fly but I can swim as well.  I’m a fish, a shiny, salty fish. I am of a binary nature I say. Oh dear, that’s just to fool my self. My nature is far more than binary- it’ s too complicated. It’ s almost unknown to my conscious self. I try to catch a snake but it slips away from my slippery hands. Oh dear. It gets away as soon as I feel sure that I’ve caught it. Therefore, I cannot fish a fish, I cannot hunt an animal. I plant flowers instead. Flowers relax me. I feel calm as I plant the seed and see it grow. I feel secure with this controlled motion, a safe liveliness. I let it be and it lets me be. I love you flowers. Grow. Grow. Grow. And let me crawl upon you so I can reach the sky. Let me approach the sun. But not too close. Getting too close to light is getting too close to a burning wound. I prefer a blanket instead. I need its warmth. I need a blanket instead. A blanket. Please.

Wednesday, 29 August 2012

Το κορίτσι και το θαλάσσιο τέρας



Σουρούπωνε και εκείνη καθόταν πάνω στον αγαπημένο της βράχο δίπλα στη θάλασσα. Το σκούρο μπλε γινόταν μαύρο. Ήταν μια νύχτα χωρίς φεγγάρι και τα άστρα έλαμπαν στον ουρανό. Ήταν τόσα πολλά. «Μου κόβεται η ανάσα», σκέφτηκε. «Είμαι ένα σποράκι σε αυτόν τον κόσμο», αναλογίστηκε. Μετά, μια πυγολαμπίδα φτερούγισε δίπλα της. «Είμαι ένας γίγαντας», είπε.

Μέσα σε τέτοιες σκέψεις η ώρα περνούσε και το κορίτσι συνέχιζε να κάθεται πάνω στο βράχο κάνοντας σκέψεις φιλοσοφικές, σκέψεις που της δημιουργούσαν την ψευδαίσθηση μιας ζωής. «Σκέφτομαι άρα υπάρχω. Αναλύω και άρα ζω.» Όλο το μέσα της βρισκόταν σε μία κίνηση ταραχώδη, μια κίνηση φουρτουνιασμένη. Προσπαθούσε να βάλει το χάος που κουβαλούσε σε μια τάξη και αυτή η προσπάθεια απαιτούσε κόπο. Έτσι λοιπόν η κοπέλα, ενώ δεν έκανε τίποτε άλλο από το να κάθεται πάνω σε ένα βράχο, ένιωθε υπερβολικά κουρασμένη, σχεδόν άρρωστη.

Οι ώρες περνούσαν και η νεαρή γυναίκα, εξ όψεως ήρεμη, είχε στήσει έναν πόλεμο μέσα της με έναν και μόνο μαχητή: τον εαυτό της. Απορροφημένη από τους φόβους και τις αγωνίες της δεν ένιωθε πιά ούτε το κρύο. Δεν άκουγε καν τα γέλια από το βάθος της πόλης. Δε γευόταν καν την αλμύρα της θάλασσας.

Ξάφνου, ένα μεγάλο θηλαστικό την πλησίασε. Άρχισε να την περιτριγυρίζει. Η νεαρή γυναίκα δεν είχε καταλάβει τίποτα. Το θαλάσσιο πλάσμα, ογκώδες και λείο, την λιμπιζόταν. Μόλις η κοπέλα έβαλε το πόδι της μέσα στη θάλασσα εκείνο βρήκε ευκαιρία και την τράβηξε μέσα στο νερό. Το κορίτσι ενστικτωδώς, χωρίς καμία σκέψη, άρχισε να παλεύει. Γρατζουνούσε το ζώο και ούρλιαζε υποθαλάσσια. Ήταν μια μάχη αληθινή. Ή αυτό ή εκείνη. Δάγκωνε, κλωτσούσε κι έδινε αγκωνιές. Σώμα, μυαλό και αισθήσεις σε τρομερή αρμονία. Η πάλη του κοριτσιού ήταν τέλεια. Νίκησε.

Σύρθηκε προς τη μεριά της ακρογιαλιάς βαριανασαίνοντας. Αφού συνήλθε, σηκώθηκε όρθια και κοίταξε προς την πλευρά της πόλης. Κρύωνε, άκουγε τα γέλια που έρχονταν από μακριά και γευόταν την αλμύρα της θάλασσας. Κι έτσι υγρή, ζωντανή και νικήτρια κατευθύνθηκε προς τους ανθρώπους.

Monday, 2 July 2012

The net-bag


"My child, I carry you within my net-bag. I carry you and I keep you close to my body and my breath and my heart. My child, do not be afraid. Look around at this wonderful and wild world that awaits you. I know you are scared. We are all scared. But you are here now and since you are here the wise thing to do is to live. You will live a  special life because you are special as well. We are all so uniquely constructed. We are all carriers of past lives and past dreams that mix with our own. So look around, my child. Look at people; some will look back at you, some won’t- but that’s just fine. Look at time; reflect on the past, act in present, hope and plan for the future. Look at all those different places; do not compare them, it’s useless. Travel, acknowledge others and make a home wherever you want. Use your mind, but do not overuse it. Feel accordingly to the situations and the events, but do not exaggerate. Respect the human analogies. Aim high but avoid being extreme. Make choices. Accept the fact that we cannot do everything or be everyone. Accept reality and use it. And hope my child, always hope. Because we may be alone in this world but we are alone within net-bags where we can be close to someone else’s body, and breath, and heart."

Monday, 25 June 2012

Τέλη Ιούνη


 Τέλη Ιούνη, καθημερινή. Είχε βραδιάσει. Εκείνοι κάθονταν έξω στο μπαλκόνι τους να ξεγελάσουν τη ζέστη που δεν υποχωρούσε ούτε τις βραδινές ώρες. Έπαιζαν σα δυο μικρά παιδιά. Πάνω στο ξύλινο τραπεζάκι βρισκόταν ένα μεγάλο μπωλ που το είχαν γεμίσει φρούτα. Κεράσια, βερίκοκα, ροδάκινα. Εκείνη είχε επιπλέον πάνω στην ποδιά της ένα πιάτο με καρπούζι. Εκείνος γελούσε με την αδυναμία που είχε στο φρούτο αυτό. Και οι δυο μαζί γέμιζαν με τα σπόρια το στόμα τους και στόχευαν στις γλάστρες του απέναντι μπαλκονιού. Στόχος ήταν να φυτέψουν μια καρπουζιά- δώρο για τον καλοσυνάτο και μοναχικό γείτονα. Οι περισσότερες προσπάθειες τους όμως κατέληγαν κάτω στο δρόμο σε κεφάλια ανυποψίαστων περαστικών που όταν θα επέστρεφαν σπίτι θα αναρωτιόντουσαν πώς βρέθηκαν πάνω τους αυτοί οι μικροί μαυροι καρποί. Γελούσαν δυνατά σαν παιδιά, σκάρωναν τραγούδια δικά τους, έλεγαν παλιές ιστορίες και σχεδίαζαν νέες. Οι ώρες περνούσαν χωρίς εκείνοι να καταλαβαίνουν πώς. Όταν πια η γειτονιά αφήνονταν στο θερινό λήθαργο, οι δυο τους σηκώνονταν απ’το μπαλκόνι, έμπαιναν μέσα και συνέχιζαν την ερωτοτροπία. Το φιδάκι έξω στο μπαλκόνι έσβηνε και το ζευγάρι μέσα στο σπίτι άναβε.