Sunday, 9 November 2014

H Zωή και η μεγάλη έξοδος

Μια φορά κι έναν καιρό ένα κορίτσι αποφάσισε να δραπετεύσει από το σπίτι του. Δεν ήταν φυλακισμένη η μικρή Ζωή, αλλά για κάποιο ανεξήγητο λόγο της ήταν αδύνατο να περάσει τις πόρτες του σπιτιού της και να βγει στον έξω κόσμο. Έτσι λοιπόν, όταν έφτασε σε μια μέτρια ηλικία, ούτε παιδί, ούτε γυναίκα, ούτε μικρή, ούτε μεγάλη, πήρε απόφαση αμετάκλητη: θα έβγαινε έξω. Η απόφαση αυτή απαιτούσε σχέδιο και στρατηγική, οργάνωση και πειθαρχία. Επί έναν χρόνο, η Ζωή έκανε ασκήσεις θάρρους. Κατασκεύασε μια μεγάλη ρόδα- σαν αυτή για τα κατοικίδια χάμστερ- και περπατούσε μέσα της, κυλώντας. Περπατούσε ώρες ολόκληρες χωρίς να μετακινείται σπιθαμή. Εξάσκησε λοιπόν το σώμα της σε κίνηση. Το έθεσε σε λειτουργία και το γύμνασε με τρόπο συστηματικό και επαγγελματικό. Οι μέρες περνούσαν γρήγορα και η μέρα εξόδου έφτασε. Η πόρτα άνοιξε και το εξασκημένο σώμα της Ζωής βγήκε έξω. Το μυαλό δεν μπορούσε να παρέμβει στην αυτόματη κίνηση. Τα πόδια προχωρούσαν μα αυτήν την φορά προχωρούσαν στ’ αληθινά, την πήγαιναν κάπου. Η Ζωή τρομακρατημένη μα και την ίδια ώρα πανηγυρική άρχισε να ανασαίνει τον αέρα. Είχε δροσιά και ο ήλιος ήταν φιλικός. Δεν της πήρε ώρα πολύ να βρει έναν ρυθμό κανονικό που να της κάθεται καλά, να τη βολεύει. Ούτε άργησε το μυαλό και η καρδιά της να ανταποκρίνονται στα νέα ερεθίσματα του έξω κόσμου. Μόλις συνήλθε η Ζωή, μόλις τα πόδια της από μηχανικά γίναν ευέλικτα, σταμάτησε για λίγο να σκεφτεί: «Με έθεσα σε κίνηση και μ’ έβγαλα έξω από το σπίτι. Τώρα σειρά έχει να κάνω το όνειρο μου πραγματικότητα.»

Το όνειρο της Ζωής ήταν να φτιάχνει καράβια.

Sunday, 29 September 2013

Mια ωραία βραδιά

  
Έπεσε στάχτη μέσα στο κρασί της. Βούτηξε το δάχτυλο της και μετά το έβγαλε και το γλειψε. Η πικράδα μαζί με το στυφό του ποτού. Πλατάγιασε τη γλώσσα της. Γεύση. Αυτό είναι. Τι παραπάνω έψαχνε να βρει πέρα από το γεγονός αυτό καθαυτό; Πάντα έψαχνε το νόημα πίσω από τις λέξεις. Ίσως γιατί εμπιστευόταν περισσότερο τις αισθήσεις από τα λόγια. Αυτός όμως ο ρομαντισμός της, όταν μεγεθύνονταν στην πιο ακραία του μορφή, καταντούσε ανθυγειινός, τουλάχιστον γραφικός. Χαρακτηριστικό ανθρώπων ενός είδους που αδυνατούν να σχετιστούν με την πραγματικότητα. Ίσως τελικά η απάντηση- αν τίθεται καν το ερώτημα- είναι η ισορροπία. Μια ισορροπία τόσο ιδανική που σχεδόν καταλήγει απάνθρωπη. Μέσα από συνειρμούς, άρχισε να συλλογίζεται για τα ανθρώπινα. Οι άνθρωποι, αυτά τα παράξενα πλάσματα που κουβαλούν την ιστορία, είναι όντως όντα περίπλοκα, σαν χταπόδια. Αρκετά ευαίσθητα για να τακτοποιούν τη ζωή τους κατασκευάζοντας σπίτια, αρκετά ενστικτώδη ώστε να φράξουν το στόμα και τη μυτή όποιου τα απειλεί. Νοικοκυροσύνη και βία. Αυτά είναι τα συστατικά στοιχεία του ανθρώπου, οι αντίρροπες δυνάμεις που τεντώνουν το σκοινί πάνω στο οποίο ακροβατούν.
   Ανάσανε. Αυτή η αποστασιοποίηση από το τώρα ήταν βασανιστική. Το πόστο του παρατηρητή είναι το πόστο του ασώματου, η νίκη του του εγκεφαλικού, η ήττα των συναισθημάτων. Γιατί τα συναισθήματα δεν είναι τίποτε άλλο από τις σωματικές αντιδράσεις στον Άλλον. Τα συναισθήματα, το νιώσιμο, δεν είναι άυλα. Αντιθέτως, είναι πολύ χειροπιαστά, με σάρκα και οστά. Τα συναισθήματα ενεργοποιούν τις διαφορετικές σωματικές θερμοκρασίες, τις εκκρίσεις και τις συσφίξεις. Είναι- ας το πούμε κι έτσι- μια γυμναστική από τα μέσα. «Τελικά», σκέφτηκε, «αυτό που γυμνάζει το σώμα μου είναι τα συναισθήματα μου.»
   «Κλείστηκα πάλι στο κουβούκλιο μου όμως. Πάω να φτιάξω ένα σάντουιτς, να ρίξω λίγο νερό στο πρόσωπο μου και να βγω έξω. Είναι μια ωραία βραδιά απόψε.»


Monday, 3 June 2013

Η πίστη.

 
 Μπήκα στο δωμάτιο μου. Οι κουρτίνες ήταν τραβηγμένες αλλά το φως του ήλιου, έντονο, τις διαπερνούσε και γέμιζε τον χώρο με την άχνα του. Κοίταξα το κρεβάτι με τα άσπρα του σεντόνια και μια μυρωδιά σαπουνιού με πλημμύρισε. Μέσα σε μια στιγμή μου αποκαλύφθηκε η αίσθηση της απόλαυσης.
   Μια απόλαυση κατάδικη μου που γεννιέται επειδή έτσι το διάλεξα. Δεν παρασύρθηκα, διάλεξα τις ηδονές μου. Με κυρίευσα και μετά κυρίευσα τον Άλλον. Τον καθοδηγώ σε αυτά που θέλω. Πάνω στο σώμα μου. Γητεύω και αλητεύω και αλαλάζω και σιωπώ. Σιωπή λοιπόν. Και ξανά, αλαλαγμοί και θρήνοι και κραυγές χαράς και έκπληξης. Και ξάφνου, ο φόβος του θανάτου, πάντα εκεί- ποτέ αλλού- μετουσιώνεται σε ένα στοίχημα. Γίνεται πιόνι στην παρτίδα που ορίζω, την παίζω και κερδίζω. Κερδίζω αυτόν τον φόβο του θανάτου. Και ο Χάρος από μαυροφορεμένη φιγούρα γίνεται ο παλιάτσος μου. Σε νικάω. Κάθε στιγμή απόλαυσης σε νικάω Σατανά και γίνομαι θεότητα. Θεότητα του Δωδεκάθεου με πάθη, λάθη και μορφή.
   Μετά απ’την κορύφωση της μεγαλομανίας μου, επιστρέφω και πάλι στις διαστάσεις μου. Δε βλέπω τα μέσα μου κι όμως τα νιώθω. Και τα συναισθήματα που γεννά ο Άλλος, δεν είναι τίποτε άλλο από σωματικές αντιδράσεις. Χημεία, και ίσως κάτι λίγο από το άυλο- πνευματικό ας το πούμε.
   Κι ύστερα απ’όλα αυτά, τον οίστρο, την μανία, τη σιγή και την ησυχία, και πάλι εγώ, ο εαυτός μου: καθημερινός, φθαρτός, μία κουκίδα στην όλη Ιστορία.
   Αλήθεια, η ζωή είναι ήδη μπερδεμένη και περίπλοκη. Πού χώρος και χρόνος για την πίστη σε έναν άλλο Θεό, πέρα από τον άνθρωπο τον ίδιο.


Wednesday, 20 March 2013

Pornography

   It was after midnight. I was walking around the city without any destination. I stopped by a bar. I went inside. I started looking around. I focused my eyes on a man with dark hair, dark eyes and long fingers- beautiful hands. I moved towards him. I grabbed his shoulder tightly so as to make him turn around and see me. He looked at me amazed. I looked at him indiscreetly. I felt I had no limits. All the shame had gone. I kissed him. Without any sense of guilt or remorse. Without thinking. My brains had been paused.  I owned him. If I wanted to devour him, I could. If I wanted to chew him up, I would. If I wanted to warm him up, I would. I felt I could eat him any way I wanted to. I had the power. The minute I felt I had this power, I turned around and I left. My experiment was over.

Monday, 28 January 2013

Μάρμαρο.


 Κοίταξε το σώμα του μαρμάρινου θεού. Λευκό, στιλπνό και σφριγηλό. Η πλάτη με τους μυς πολλά υποσχόμενη. Για να σηκώνει βάρη, να σε σηκώνει και να σε πετάει ψηλά στον αέρα. Κι εσύ να πετάς αψηφώντας για λίγο τη βαρύτητα και μετά να πέφτεις και πάλι προς τη γη. Όπως σ’ εκείνα τα όνειρα που έβλεπες μικρή. Που έπεφτες από τις σκάλες στο κενό. Μια πτώση διαρκής με ένα τέλος αβέβαιο. Φυσικά και πάντα έβγαινες αλώβητη από τη φοβέρα. Μα πώς από το σώμα του μαρμάρινου θεού της ήρθαν στο μυαλό οι πτώσεις; Το σώμα το ακίνητο την έκανε να φοβάται. Χωρίς την παραμικρή νύξη για κίνηση ήταν αδύνατο να προβλέψει τι θα επακολουθούσε. Από μια ανίκητη ανάγκη για πρόβλεψη, νόμισε τώρα πως το άγαλμα άρχισε να κινείται. Να αλλάζει έκφραση. Τα χέρια του σα να΄θελαν να τεντωθούν. Ο λαιμός σα να΄θελε να σπάσει. Θεέ μου, πώς ζωντάνευε έτσι το υλικό. «Εγώ το ζωντανεύω;», είπε και έκλεισε τα μάτια της από το αποτρόπαιο θέαμα. «Εγώ σε θαύματα δεν πίστεψα ποτέ, δε θα πιστέψω τώρα», είπε και άνοιξε τα μάτια της. Τώρα μπροστά της έβλεπε απλώς μια λαξευμένη πέτρα. Με ανακούφιση λοιπόν, και με τη δέουσα κυνικότητα, πλησίασε το σώμα το ανδρικό και του’πε: «Νόμιζες πως θα με ξεγελάσεις». Του γύρισε έπειτα την πλάτη της και έκανε να φύγει. Μα ένιωσε άσχημα για την κατάντια της. Πώς τον αψήφησε έτσι; Πώς του έκοψε έτσι τη φορά για ζωή; Μετανιωμένη στράφηκε προς το μέρος του ξανά κι έτρεξε να τον αγκαλιάσει. Τώρα τον φίλαγε παντού, στο μέτωπο, στα χέρια, στο στήθος και στο στόμα. Και έτσι ξάφνου άκουσε τον χτύπο της καρδιά του.

Friday, 23 November 2012

Παραμύθι


Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα μικρό κορίτσι. Μια μοναχοκόρη. Ζούσε με μια παράξενη οικογένεια. Μια οικογένεια που έλεγε συνέχεια ψέματα.
“Μαμά πώς γεννιούνται τα παιδιά;”
“Τα παιδιά κορούλα μου φυτρώνουν ανάμεσα στα λάχανα.”
“Μπαμπούλη μου, χτύπησες; Βλέπω να τρέχει λίγο αίμα από το δάχτυλο σου.”
“Μη λες βλακείες κοριτσάκι μου! Αυτό δεν είναι αίμα, είναι κερασόζουμο!”
Και το κοριτσάκι, που δεν ήταν μαθημένο αλλά δεν ήταν και χαζό, έκανε βόλτες μόνο του προσπαθώντας να μάθει την αλήθεια. Μιαν αλήθεια που να ‘ρχεται από τη ζωή. Περπατούσε ώρες πολλές στο δάσος που περιτριγύριζε το σπίτι της. Περπατούσε και στην ακροθαλασσιά τα καλοκαίρια εκεί που παραθέριζαν. Κι έτσι πάσχιζε για μια επαφή με τον έξω κόσμο.

Τα χρόνια πέρασαν, το κορίτσι έγινε κοπέλα και πλέον είχε φτάσει η ώρα για να φύγει από το σπίτι της.
Βρισκόταν στο κατώφλι του σπιτιού της με τη βαλίτσα στο χέρι. Οι γονείς της ήταν δίπλα της με τα μάτια τους γεμάτα δάκρυα.
Η κοπέλα τους κοίταξε και ένιωσε να τους αγαπά από απόσταση. Από απόσταση γιατί δεν την ήξεραν. Οι γονείς της δεν ήξεραν ποιά ήταν. Αλλά και πάλι, ούτε κι εκείνη ήξερε καλά-καλά.
Είχε όμως πάρει μιαν απόφαση και ένιωθε σιγουριά. Ήθελε να φύγει. Φυσικά και φοβόταν- και ποιός δε φοβάται άλλωστε;
Το βλέμμα της μητέρας της θα το αναζητούσε πάντα. Τα χέρια του πατέρα της θα τα θυμόταν πάντα.
Προς το παρόν όμως αποφάσισε να ξεχάσει. Προς το παρόν.
Θα έφευγε και θα ξανεγεννιότανε.

Τα χρόνια πέρασαν και πάλι, και η κοπέλα έγινε γυναίκα. Είχε κάνει κι έναν γιο με έναν άντρα που αγαπούσε πολύ.
Μια μέρα, έτσι όπως χάιδευε στοργικά την πλάτη του παιδιού της, θυμήθηκε.
Θυμήθηκε το βλέμμα της μάνας της και τα χέρια του πατέρα της. Και πήρε μιαν απόφαση με μεγάλη σιγουριά.

Έπειτα από ένα μακρύ ταξίδι, η γυναίκα επέστρεψε στον τόπο που γεννήθηκε. Είδε το δάσος όπου έκανε βόλτες μικρή. Περπάτησε μέσα του και τα κάποτε μεγάλα δέντρα τώρα της φαίνονταν μικρά. Είδε μέσα στο ξέφωτο να ξεπροβάλει το σπίτι της. Πλησίασε και χτύπησε την πόρτα.

Της άνοιξαν κι οι δυο γονείς της. Στέκονταν δίπλα της με δάκρυα στα μάτια σαν τότε που έφευγε. Είπε στον εαυτό της: “Μα όσα λάθη κι αν έκαναν, με άφησαν να φύγω.”
Και τότε ένιωσε να τους αγαπά. Από κοντά αυτήν τη φορά.

Thursday, 20 September 2012

The blanket


I return covered in feathers like an exotic bird. I can fly but I can swim as well.  I’m a fish, a shiny, salty fish. I am of a binary nature I say. Oh dear, that’s just to fool my self. My nature is far more than binary- it’ s too complicated. It’ s almost unknown to my conscious self. I try to catch a snake but it slips away from my slippery hands. Oh dear. It gets away as soon as I feel sure that I’ve caught it. Therefore, I cannot fish a fish, I cannot hunt an animal. I plant flowers instead. Flowers relax me. I feel calm as I plant the seed and see it grow. I feel secure with this controlled motion, a safe liveliness. I let it be and it lets me be. I love you flowers. Grow. Grow. Grow. And let me crawl upon you so I can reach the sky. Let me approach the sun. But not too close. Getting too close to light is getting too close to a burning wound. I prefer a blanket instead. I need its warmth. I need a blanket instead. A blanket. Please.

Wednesday, 29 August 2012

Το κορίτσι και το θαλάσσιο τέρας



Σουρούπωνε και εκείνη καθόταν πάνω στον αγαπημένο της βράχο δίπλα στη θάλασσα. Το σκούρο μπλε γινόταν μαύρο. Ήταν μια νύχτα χωρίς φεγγάρι και τα άστρα έλαμπαν στον ουρανό. Ήταν τόσα πολλά. «Μου κόβεται η ανάσα», σκέφτηκε. «Είμαι ένα σποράκι σε αυτόν τον κόσμο», αναλογίστηκε. Μετά, μια πυγολαμπίδα φτερούγισε δίπλα της. «Είμαι ένας γίγαντας», είπε.

Μέσα σε τέτοιες σκέψεις η ώρα περνούσε και το κορίτσι συνέχιζε να κάθεται πάνω στο βράχο κάνοντας σκέψεις φιλοσοφικές, σκέψεις που της δημιουργούσαν την ψευδαίσθηση μιας ζωής. «Σκέφτομαι άρα υπάρχω. Αναλύω και άρα ζω.» Όλο το μέσα της βρισκόταν σε μία κίνηση ταραχώδη, μια κίνηση φουρτουνιασμένη. Προσπαθούσε να βάλει το χάος που κουβαλούσε σε μια τάξη και αυτή η προσπάθεια απαιτούσε κόπο. Έτσι λοιπόν η κοπέλα, ενώ δεν έκανε τίποτε άλλο από το να κάθεται πάνω σε ένα βράχο, ένιωθε υπερβολικά κουρασμένη, σχεδόν άρρωστη.

Οι ώρες περνούσαν και η νεαρή γυναίκα, εξ όψεως ήρεμη, είχε στήσει έναν πόλεμο μέσα της με έναν και μόνο μαχητή: τον εαυτό της. Απορροφημένη από τους φόβους και τις αγωνίες της δεν ένιωθε πιά ούτε το κρύο. Δεν άκουγε καν τα γέλια από το βάθος της πόλης. Δε γευόταν καν την αλμύρα της θάλασσας.

Ξάφνου, ένα μεγάλο θηλαστικό την πλησίασε. Άρχισε να την περιτριγυρίζει. Η νεαρή γυναίκα δεν είχε καταλάβει τίποτα. Το θαλάσσιο πλάσμα, ογκώδες και λείο, την λιμπιζόταν. Μόλις η κοπέλα έβαλε το πόδι της μέσα στη θάλασσα εκείνο βρήκε ευκαιρία και την τράβηξε μέσα στο νερό. Το κορίτσι ενστικτωδώς, χωρίς καμία σκέψη, άρχισε να παλεύει. Γρατζουνούσε το ζώο και ούρλιαζε υποθαλάσσια. Ήταν μια μάχη αληθινή. Ή αυτό ή εκείνη. Δάγκωνε, κλωτσούσε κι έδινε αγκωνιές. Σώμα, μυαλό και αισθήσεις σε τρομερή αρμονία. Η πάλη του κοριτσιού ήταν τέλεια. Νίκησε.

Σύρθηκε προς τη μεριά της ακρογιαλιάς βαριανασαίνοντας. Αφού συνήλθε, σηκώθηκε όρθια και κοίταξε προς την πλευρά της πόλης. Κρύωνε, άκουγε τα γέλια που έρχονταν από μακριά και γευόταν την αλμύρα της θάλασσας. Κι έτσι υγρή, ζωντανή και νικήτρια κατευθύνθηκε προς τους ανθρώπους.

Monday, 2 July 2012

The net-bag


"My child, I carry you within my net-bag. I carry you and I keep you close to my body and my breath and my heart. My child, do not be afraid. Look around at this wonderful and wild world that awaits you. I know you are scared. We are all scared. But you are here now and since you are here the wise thing to do is to live. You will live a  special life because you are special as well. We are all so uniquely constructed. We are all carriers of past lives and past dreams that mix with our own. So look around, my child. Look at people; some will look back at you, some won’t- but that’s just fine. Look at time; reflect on the past, act in present, hope and plan for the future. Look at all those different places; do not compare them, it’s useless. Travel, acknowledge others and make a home wherever you want. Use your mind, but do not overuse it. Feel accordingly to the situations and the events, but do not exaggerate. Respect the human analogies. Aim high but avoid being extreme. Make choices. Accept the fact that we cannot do everything or be everyone. Accept reality and use it. And hope my child, always hope. Because we may be alone in this world but we are alone within net-bags where we can be close to someone else’s body, and breath, and heart."

Monday, 25 June 2012

Τέλη Ιούνη


 Τέλη Ιούνη, καθημερινή. Είχε βραδιάσει. Εκείνοι κάθονταν έξω στο μπαλκόνι τους να ξεγελάσουν τη ζέστη που δεν υποχωρούσε ούτε τις βραδινές ώρες. Έπαιζαν σα δυο μικρά παιδιά. Πάνω στο ξύλινο τραπεζάκι βρισκόταν ένα μεγάλο μπωλ που το είχαν γεμίσει φρούτα. Κεράσια, βερίκοκα, ροδάκινα. Εκείνη είχε επιπλέον πάνω στην ποδιά της ένα πιάτο με καρπούζι. Εκείνος γελούσε με την αδυναμία που είχε στο φρούτο αυτό. Και οι δυο μαζί γέμιζαν με τα σπόρια το στόμα τους και στόχευαν στις γλάστρες του απέναντι μπαλκονιού. Στόχος ήταν να φυτέψουν μια καρπουζιά- δώρο για τον καλοσυνάτο και μοναχικό γείτονα. Οι περισσότερες προσπάθειες τους όμως κατέληγαν κάτω στο δρόμο σε κεφάλια ανυποψίαστων περαστικών που όταν θα επέστρεφαν σπίτι θα αναρωτιόντουσαν πώς βρέθηκαν πάνω τους αυτοί οι μικροί μαυροι καρποί. Γελούσαν δυνατά σαν παιδιά, σκάρωναν τραγούδια δικά τους, έλεγαν παλιές ιστορίες και σχεδίαζαν νέες. Οι ώρες περνούσαν χωρίς εκείνοι να καταλαβαίνουν πώς. Όταν πια η γειτονιά αφήνονταν στο θερινό λήθαργο, οι δυο τους σηκώνονταν απ’το μπαλκόνι, έμπαιναν μέσα και συνέχιζαν την ερωτοτροπία. Το φιδάκι έξω στο μπαλκόνι έσβηνε και το ζευγάρι μέσα στο σπίτι άναβε.

Thursday, 14 June 2012

Πιστεύω






Πιστεύω εις ένα νόημα, προσωπικό και ουσιαστικό, δομικό τ’ Ουρανού και της Γης μου.
Και εις έναν άνθρωπο, δαιμονικό και μοναχικό, κοσμικό και φερέλπιδα, εκ πατρός και μητρός γεννηθέντα.
Και εις το πνεύμα που τολμά, που υπερπηδά και αντιστέκεται προς αναζήτηση του καλού, του πραγματικού και του ωραίου.
Και εις μίαν αγάπη, διαβολική και μαρτυρική, μα τα πάντα- τον χρόνο, τον χώρο κι εμέ- πληρούσα.

Friday, 1 June 2012

Καλοκαίρι



   Το καλοκαίρι μπήκε απαλά. Κι εγώ γι’ αυτό δε θα μιλήσω με μια μικρή ιστορία, ούτε με κάποιο παραμύθι. Αλλά, θα μιλήσω για έναν μεγάλο αφηγητή, τον αγαπημένο μου Ingmar.
   Μες στη ζωή φοράμε προσωπεία και παίζουμε ρόλους. Άλλοτε ζυγιάζουμε προσεκτικά τα λόγια μας, οργανώνουμε τον νου και σκεφτόμαστε προτού μιλήσουμε. Άλλοτε, δρούμε αυθόρμητα, αβίαστα. Δρούμε αντιδρώντας στη στιγμή. Όπως και να ’χει όμως, πάντα μα πάντα, υπάρχει κάτι αδιόρατο και ανεξήγητο που μας διαφεύγει. «Κι οι άνθρωποι θυμώνουν με το ανεξήγητο». Και αυτό είναι μια αλήθεια. Και αυτό κάνει τη ζωή που ζούμε να μοιάζει παιδική.
   Μες στη ζωή αυτή υπάρχουν ακόμα και εκείνοι οι λίγοι άνθρωποι, οι λιγοστοί, που κατορθώνουν να νιώσουν και να αποτυπώσουν τα υπόγεια με μια ακριβή και οικονομική ευαισθησία. Όταν λοιπόν το έργο τους συναντηθεί με εσένα που όχι μόνο θα το δεχτείς μα και θα το καταλάβεις, τότε συμβαίνει η επαφή.
   Τα αγγίγματα στην καθημερινότητα μας είναι σπουδαία. Το άγγιγμα με ένα έργο τέτοιο είναι σπουδαίο. Ξάφνου, καταλαβαίνεις την αγάπη.
    Τα λόγια όμως μοιάζουν βάρβαρα να περιγράψουν αυτήν τη συνάντηση. Γι’ αυτό καλύτερα να μένουν απλά. Η βαρβαρότητα είναι έτσι λίγο πιό ανεκτή.
    «Να είσαι μαλακός με τους ανθρώπους», λέει πατέρας σε γιό. Ένας πατέρας που ομολογεί στο τέλος της ζωής του πως το ταλέντο του δεν ήτανε να βγάζει λόγους, μα να αγαπά τον κόσμο που έχει ο ίδιος φτιάξει και τους ανθρώπους που ζουν σε αυτόν.

Monday, 28 May 2012

Το καράβι της


Είχε έρθει επιτέλους η στιγμή. Σήμερα ήταν η μέρα που θα σάλπαρε με το καράβι της. Είχε περάσει έναν ολόκληρο χρόνο να το κατασκευάζει αυτό το ξύλινο καράβι της.
Στην αρχή δεν ήξερε το πώς. Είχε μπροστά στα χέρια της τα ακατέργαστα υλικά. Ξύλο, μέταλλο και πανί. Φοβισμένη αλλά αποφασισμένη, σχεδόν ενστικτωδώς, άρχισε να κατασκευάζει. Οι εικόνες στο μυαλό της κυλούσαν με τρόπο φυσικό στα χέρια της- απευθείας και αδιαμεσολάβητα. Ξυλοκοπούσε, έραβε, διόρθωνε, ξανάφτιαχνε. Την κινούσε ο δαίμονας που είχε μέσα της. Για πρώτη φορά στη ζωή της του είχε παραδοθεί ολοκληρωτικά, χωρίς καμία αντίσταση. Οι αντιστάσεις είναι ωφέλιμες στην ευκολία. Στη δυσκολία είναι καλύτερα να αφεθείς και να την κατεργαστείς σαν το διαμάντι το άκοπο. Αφοσιωμένη στο σκοπό της υλοποιούσε την παράσταση που είχε μέσα της. Και όσο έβλεπε τα υλικά της να παίρνουν σχήμα και μορφή, τόσο συνέχιζε προς την ολοκλήρωση. Το δυσκολότερο ήταν το τέλος. Να νιώσει πότε έρχεται και να το σεβαστεί. Έτσι κι έκανε. Όταν λοιπόν το τέλος ήρθε, εκείνη ύψωσε τα μάτια και το είδε μπροστά της. Ενσαρκωμένο. Ένα ξύλινο καράβι που θα την ταξίδευε. Συγκινήθηκε. Ήταν δικό της, το καράβι της. Μπήκε μέσα, άνοιξε τα πανιά και σάλπαρε.

Friday, 11 May 2012

Το βότσαλο




Κρατούσε μέσα στα χέρια της ένα μικρό και απαλό βότσαλο. Κάθε φορά που ζοριζόταν, το έπαιρνε στα χέρια της και το κλείνε μέσα στις χούφτες της. Το χάιδευε απαλά. Το παρηγορούσε θέλοντας να παρηγορήσει τον ίδιο της τον εαυτό. Πώς γίνεται ένα μικρό βότσαλο να μεταμορφώνεται σε πλάσμα ζωντανό; Το ένιωθε να πάλλεται στα δάχτυλα της, σχεδόν να ανασαίνει. Η λεία επιφάνεια του ζεσταινόταν. Έμοιαζε μάλιστα σα μια μικρή κοιλίτσα μιας γυναίκας εγκύου. Το βότσαλο εγκυμονούσε. Και το κορίτσι το βαστούσε τρυφερά και το αγκάλιαζε να επωαστεί. Κοιλιά ή αυγό; Όπως και να έχει κρατούσε στα χέρια της την ελπίδα μιας νέας ζωής. Κι έτσι πάντοτε, κάθε φορά που η ζωή τη ζόριζε, εκείνη  έπαιρνε στα χέρια της το μικρό βότσαλο και ακολουθούσε πιστά την ιεροτελεστία. Μια ιεροτελεστία σύντομης εγκυμοσύνης. Πόσες φορές αλήθεια είχε γεννηθεί; Πάνω από μία σίγουρα.

Wednesday, 25 April 2012

Ταξίδι


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα κορίτσι που το έλεγαν Αλεξάνδρα. Στο κορίτσι αυτό άρεσαν τα ταξιδιά. Του άρεσε να ταξιδεύει σε διάφορες χώρες και ηπείρους για να γνωρίζει καινούρια μέρη και διαφορετικούς ανθρώπους. Το παράδοξο όμως ήταν πως όσο περισσότερο ταξιδεύε, τόσο λιγότερο διαφορετικούς ένιωθε τους ανθρώπους αυτούς. Ναι, υπήρχαν πράγματα που δεν ήξερε για εκείνους, συμπεριφορές που την ξάφνιαζαν, συνήθειες που ποτέ δεν είχε φανταστεί. Όμως, πάνω από όλα, παρατηρούσε πως όλοι τους ήταν πλάσματα που μέσα στη μοναξιά του κόσμου αναζητούσαν τη συντροφιά και την αγάπη. Τα ταξίδια της τής αποδείκνυαν ολοένα και περισότερο πως το ταξίδι μας στον κόσμο τον πραγματικό, είναι ένα ταξίδι όπου αναζητάμε τον άλλον. Το παιδάκι από την Αφρική, ο γεράκος από ένα ξεχασμένο μεσογειακό ακρονήσι, η Ινδή κρυμμένη πίσω από τα χρώματα, και μαζί τους κι εγώ είμαστε ταξιδευτές στην ίδια μας τη ζωή, περιπατητές μιας πορείας που δυνάμει επιθυμούμε να μας βγάλει από τη μοναξιά. Αναζητούμε βλέμματα και αγγίγματα που θα ανακουφίσουν τον τρόμο μας. Και τελικώς, εκείνοι που θα κερδίσουν- γιατί πάντα υπάρχουν νικητές και ηττημένοι, έτσι είναι η πραγματική αλήθεια- θα είναι εκείνοι που θα τολμήσουν να παραδεχτούν την αδυναμία τους με απώτερο σκοπό- σκοπό όχι λογικό, αλλά συναισθηματικό- να δουν μέσα στα μάτια του άλλου τον ίδιο τον εαυτό τους. 

Monday, 19 March 2012

Αρχιτεκτονική


Ζούσα σε ένα σπίτι λευκό και κυλινδρικό. Γύρω-γύρω είχε παράθυρα για να μπαίνει από παντού το φως. Κάθε φορά που έκανα μπάνιο κοιτούσα έξω προς τον κηπό. Ήταν άνοιξη και τα λουλούδια είχαν ανθίσει. Τα φύλλα της λεμονιάς θρόιζαν απαλά στο διακριτικό αεράκι. Η αμυγδαλιά μου ήταν στα καλύτερα της, σχεδόν αραχνοϋφαντη και γερά ριζωμένη στη γη. Το δέρμα μου μύριζε σαπούνι και ήλιο. Θυμήθηκα ξάφνου εκείνον τον μύθο, όπου ο αέρας και ο ήλιος συναγωνίζονταν για το ποιός θα κατάφερνε πρώτος να γδύσει τον άνθρωπο. Ο αέρας φύσηξε δυνατά αλλά αυτό έκανε τον άνθρωπο να σφιχτεί ακόμα πιο πολύ μέσα στα ρούχα του. Όμως ο ήλιος έλαμψε κι ο άνθρωπος ζεστάθηκε και γδύθηκε. Το νερό κυλούσε στο δέρμα μου και η απόλαυση ήταν απόλυτη. Βγήκα από την μπανιέρα και τυλίχτηκα στη λευκή μου πετσέτα. Τα νερά έσταζαν στα πλακάκια και οι σταγόνες αντανακλούσαν το φως της νέας εποχής. Πάντα ήθελα ένα βυσσινόκηπο αλλά αυτά που έχω τώρα μου αρκούν. Δε μου αρκούν απλώς, με κάνουν να νιώθω χαρά. Περπάτησα για λίγο ξυπόλητη μέσα στο σπίτι. Μπήκα στην κουζίνα και από τη φρουτιέρα μου- μια φρουτιέρα με ηλιοτρόπια- πήρα ένα μήλο. Το δάγκωσα. Ήταν σκληρό, ζουμέρο και όσο έπρεπε γλυκό. Παύση. Ο ήλιος έπεφτε καταπάνω μου σα να ‘ταν προβολέας. Η απόλυτη έκθεση σε ένα φως που προκαλεί αμηχανία. Δε με’νοιαζε. Αφέθηκα σε αυτήν την αφή με το υπερφυσικό. Χωρίς θεό, να ‘μαι, σε μια κουζίνα να προσεύχομαι στο φως.

Thursday, 1 March 2012

Spring


He moved towards the door feeling happy because her skin felt happy. She gently grabbed his hand and dragged him back into her arms. She hold him and put her ear upon his beating heart. They smiled at the same time without looking at each other. They were blissful and thankful. It was a moment of true happiness.
I put my arms around you to hold you. I put my arms around you to say a prayer. Once, I believed in God. Now, I believe in my arms and in your eyes. You are my toy and I am your child.
Once, I believed in God. Now, I am released from all gods. I am released from my Father, from my Mother, from my Home. I stand godless upon this godless world and I breathe the godless air. And now, I am about to eat for the first time, drink for the first time and make love for the first time. I am un-baptized. I get a new name, an Indian name. My name is “Smell of Bread”.
The door had just closed and she rushed straight back to bed. She curled up under the sheets and enjoyed the feeling of the spring coming.

Wednesday, 22 February 2012

Η ψάθα


Ήταν καλοκαίρι. Καθόταν ακουμπισμένη όρθια στον τοίχο φορώντας στο κεφάλι της ένα τεράστιο ψάθινο καπέλο. Αυτό το καπέλο της κάλυπτε τα μάτια. Εκείνη μπορούσε κάτι να δει μέσα από τις πλέξεις του καπέλου της αλλά οι υπόλοιποι δεν μπορούσαν να δουν το βλέμμα της. Παρακολουθούσε την κίνηση στους δρόμους. Παρατηρούσε τις συμπεριφορές των ανθρώπων και εστίαζε πάντα στα χέρια τους. Ειδικότερα όσους της τραβούσαν την προσοχή τους κοιτούσε πάντα στα χέρια. Μετά από ώρα πολλή, κι αφού ο ήλιος την είχε ρίξει σε μία νωθρή αδυναμία, άρχισε να ψελλίζει κάτι ακατάληπτες, σχεδόν άναρθρες λέξεις. Η μυρωδιά από την ψάθα και τον ήλιο, η ζέστη που ολοένα και μεγάλωνε την έριχναν σε μία εκστατική δίνη που έμοιαζε να μην έχει γυρισμό. Το άσπρο της φόρεμα τώρα την τύφλωνε, οι άνθρωποι μετατρέπονταν σε φιγούρες κι επιταχυνόμενες σκιές που την προσπερνούσαν χωρίς καν να την προσέχουν. Η έκσταση της μεγάλωνε και το μουρμουρητό της δυνάμωνε, γινόταν κάτι σαν υπόκωφη βοή. Ξαφνικά, ο κόσμος που πριν την προσπερνούσε τώρα άρχιζε να σταματάει μπροστά της και να την κοιτάζει με απορία και ίσως λίγο φόβο. Το λευκό φόρεμα τώρα μούλιαζε στον ιδρώτα της. Η ανάσα της τώρα ήταν κοφτή. Βρισκόταν σε πανικό. Το ψάθινο καπέλο την έκανε να ασφυκτιά σε σημείο που άρχισε να κλαίει. Λυγμοί μπερδεύονταν με το μουρμουρητό. Ξεσκέπασε τα μάτια από την ψάθα και αποκαλύφθηκε ένα βλέμμα σταθερό που αναζητούσε κάτι με ελπίδα. Ένα βλέμμα σχεδόν παιδικό. Αντίκρυσε τον κόσμο που είχε μαζευτεί ολόγυρα της και βάλθηκε να ψάχνει κάτι πολύ συγκεκριμένο- για την ακρίβεια κάποιον πολύ συγκεκριμένο. Τον αναζήτησε μέσα στο πλήθος για λίγη ώρα –που για εκείνη έμοιαζε για αιωνιότητα- μέχρι που τον εντόπισε. Τον κοίταξε, τον είδε και του είπε ολόψυχα: “Βοήθεια”.

Friday, 17 February 2012

Το αίνιγμα


Ο χρόνος στέκεται και με ρωτά τί κάνω.
Εγώ του απαντώ, «χάνομαι στις λέξεις και ανάμεσα στις λέξεις και ψάχνω μία λύση. Αυτή τη λύση που ψάχνω όλη μου τη ζωή».
«Και τί φοβάσαι;»
Και απαντώ ξανά, «φοβάμαι τους ανθρώπους. Τους ανθρώπους που δε φοβούνται κι εκείνους που δεν παραδέχονται πως φοβούνται. Μα πάνω από όλα φοβάμαι τους ανθρώπους που δεν τολμούν».
«Και τί θέλεις;»
«Αυτό που θέλω», λέω, «είναι μια μέρα να ξυπνήσω και να μη σκέφτομαι. Μα δε μιλώ για μία παράδοση στα ενστικτά και τις ορμές, μιλώ για μια ωραία ισορροπία».
«Δε σε καταλαβαίνω», μου λέει ο χρόνος.
«Δε με πειράζει. Αυτό που με νοιάζει τελικά είναι μια λύση στο έργο. Συναίσθημα και αγάπη.»
«Μπορείς να γίνεις πιό σαφής; Μην ντρέπεσαι, είμαι ο χρόνος και μπορώ ως χρόνος να σου φερω αυτό που θες».
«Καλέ μου χρόνε, δε μου φταις σε τίποτα. Μα ξέρεις, έχω ένα παράπονο. Μάθαμε να είμαστε καχύποπτοι απέναντι στο απλό κι ωραίο. Μάθαμε να θαυμάζουμε τη φιοριτούρα, το περίπλοκο και το δυσνόητο. Κι εγώ νομίζω τελικά πως είμαι άνθρωπος απλός. Μα αυτό δεν έχει πέραση στην εποχή μας. Κι έτσι, λίγο αναπόφευκτα, μοιάζω σα να’μαι άνθρωπος μιας άλλης εποχής κι ίσως μιας εποχής που δεν υπήρξε καν.»
«Και πάλι δεν καταλαβαίνω».
«Είδες που έρχεσαι στα λόγια μου; Μα στάσου λίγο. Είσαι ο χρόνος. Γιατί στέκεσαι; Ο χρόνος είσαι εσύ ή μήπως είμαι εγώ;»

Sunday, 12 February 2012

Εγώ θέλω (χάρις στον ερωτικό μονόλογο του Crave της Sarah Kane)


Εγώ θέλω να σε παίρνω τηλέφωνο και να μην ξέρω τι θα σου πω, αλλά να μη με νοιάζει. Εγώ θέλω να μου μιλάς και να μη σκέφτεσαι αυτά που θες να μου πεις. Θέλω να με αγγίζεις και να το νιώθω φυσικό. Να μπορώ ν' ακουμπάω το κεφάλι μου στον ώμο σου χωρίς να φοβάμαι. Θέλω να γίνομαι μελό, ρομαντική, αστεία και να μη λογοκρίνομαι. Θέλω να το τολμάς κι εσύ. Θέλω να μου λες αλήθειες και ψέματα. Εγώ θέλω όσα μου λες εσύ και όσα σου λέω έγω να μην έχουν σημασία. Γιατί θέλω όλα να είναι απλώς μια αφορμή για να είμαστε εμείς οι δυο μαζί. Θέλω να πηγαίνουμε βόλτα στη θάλασσα, να κολυμπάμε και να στεγνώνουμε κάτω από την ίδια πετσέτα. Θέλω να νιώθω το δέρμα σου πάνω στο δικό μου. Θέλω να χώνομαι στην αγκαλιά σου και να με σφίγγεις δυνατά. Θέλω να σε ακούω να ανασαίνεις πλάι μου στο σινεμά. Θέλω να μου λες παραμύθια και να μου τραγουδάς λίγο πριν κοιμηθούμε. Θέλω να ακούω τη φωνή σου που μιλάει μόνο για 'μένα. Θέλω να χαίρεσαι στα γενέθλια μου γιατί θα είσαι ευτυχισμένος που γεννήθηκα. Θέλω να μπερδεύονται τα μαλλιά μου στο αξύριστο πρόσωπο σου όταν φιλιόμαστε. Θέλω να αναγνωρίζω τη μυρωδιά σου πάνω στα ρούχα μου και στο δέρμα μου. Θέλω να μπορώ να φοβάμαι και να μη με νοιάζει γιατί είσαι κι εσύ στον κόσμο αυτόν και αυτό έχει σημασία. Θέλω να είσαι όλος δικός μου. Θέλω μαζί σου να τολμάω να πω πως μου ανήκεις. Θέλω να ακούω τραγούδια ερωτικά και να ξέρω πως όταν τα ακούς κι εσύ σκέφτεσαι εμένα. Θέλω να σε παρατηρώ και να αναρωτιέμαι πώς άντεχα πριν χωρίς εσένα. Θέλω να αγαπάς αυτούς τους λίγους –τους ελάχιστους- που αγαπώ. Θέλω να ακούω το δυνατό σου γέλιο. Θέλω να είσαι χαρούμενος και αυτή η χαρά να μου ανήκει. Θέλω να σε θαυμάζω, να με μαθαίνεις καινούργια πράγματα κάθε μέρα. Θέλω να αισθάνομαι σπουδαία μαζί σου. Να αισθάνομαι πως μόνο εμένα θέλεις, μόνο εμένα αγαπάς. Θέλω να είμαι ο αγαπημένος σου άνθρωπος. Θέλω να με υποστηρίζεις σε όσα πιστεύω και να με ξυπνάς όταν βυθίζομαι στις πιο βαθειές μου αγωνίες. Θέλω να κάνουμε λάθη μαζί και να τα διορθώνουμε μαζί. Θέλω μαζί να ξεφεύγουμε από το χαζό πεπρωμένο. Θέλω να ξέρω πως θα διάβαζες τα λόγια αυτά και δε θα τα έβρισκες αστεία.